Τα παραπάνω ερωτήματα είναι εύλογα, ιδίως αν αναλογιστούμε τον εντελώς εσφαλμένο τρόπο, με τον οποίο μεταχειρίζεται πολλές φορές η νομολογία των δικαστηρίων μας σχετικά περιστατικά. Για παράδειγμα, στην αρκετά πρόσφατη απόφαση 298/2021 του Εφετείου Πειραιώς (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), αποδείχθηκε ότι, κατά την παράδοση των ανήλικων τέκνων από τη μητέρα τους στον πατέρα κατά την καθορισμένη ημέρα επικοινωνίας τους μαζί του, ο τελευταίος έσπρωξε τη μητέρα τους και τη χτύπησε στο επάνω μέρος του κεφαλιού της ενώπιόν τους, για να τα πάρει από εκείνη, λόγω της έντονης άρνησής τους να τον ακολουθήσουν (μάλιστα, όπως αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση, το ένα παιδί του είχε δηλώσει ρητώς «μπαμπά, δεν θέλω να έρθω βόλτα μαζί σου»). Παρά ταύτα, το Δικαστήριο όλως αντιφατικά, αφού προηγουμένως είχε δεχθεί μάλιστα ότι στη σκηνή αυτή τα παιδιά αναστατώθηκαν, φώναζαν και έκλαιγαν, στη συνέχεια έκρινε ότι «εξ όλων των προαναφερόμενων αποδεικτικών μέσων δεν αποδείχθηκε κακοποιητική συμπεριφορά του πατέρα σε βάρος της …., ούτε απότομη στάση έναντι αυτής και της ………., το δε επεισόδιο της 7.9.2017 αφορούσε τους εν διαστάσει συζύγους και δεν αποδεικνύεται ότι άφησε κάποιο ψυχολογικό τραύμα στις πολύ μικρής ηλικίας ανήλικες κόρες των διαδίκων».
Η κρίση αυτή είναι προδήλως λανθασμένη, δεδομένου ότι ο νομοθέτης αυθεντικά έχει αποφανθεί ότι η άσκηση βίας ενώπιον του τέκνου ισοδυναμεί με την άσκηση βίας σε βάρος του. Και αυτό, διότι λαμβάνοντας υπόψη τις αρνητικές συνέπειες που έχει για τον ψυχικό κόσμο του ανηλίκου, με το α. 6 παρ. 3 του ν. 3500/2006 για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας, αποδοκιμάζει και τις περιπτώσεις που ο ανήλικος είναι αμέτοχος θεατής της βίας, προβλέποντας ως κύρωση για τις περιπτώσεις αυτές φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.
Άλλωστε, τούτο καθίσταται εναργές και σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του εν λόγω νόμου, κατά την οποία: «[…] Σημαντική -και εν πολλοίς πρωτοποριακή- στο παρόν Σχέδιο Νόμου είναι η αντιμετώπιση των ανηλίκων ως θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας, ακόμα και όταν οι σχετικές πράξεις δεν στρέφονται άμεσα εναντίον τους, αλλά απλώς τελούνται ενώπιόν τους (άρθρο 1 παράγραφοι 2 στοιχείο γ’ και 3). Εν προκειμένω, ελήφθησαν υπ’ όψη επιστημονικά δεδομένα, σύμφωνα µε τα οποία οι πράξεις ενδοοικογενειακής βίας επιδρούν αρνητικά στην ψυχοκοινωνική εξέλιξη των ανηλίκων, µε κίνδυνο το φαινόμενο να διαιωνίζεται. Για τον λόγο αυτό θεωρείται διακεκριμένη παραλλαγή του εγκλήματος της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης όταν διαπράττονται οι σχετικές πράξεις ενώπιον ανήλικου µέλους της οικογένειας (άρθρο 6 παρ. 3).[…]».