Το νέο οικογενειακό δίκαιο - Η εδραίωση της έννοιας της από κοινού και εξίσου ανατροφής.

Επιγραμματικά, με τον νέο νόμο καθιερώνεται η αρχή της ισότητας των γονέων στις ευθύνες και τα δικαιώματα έναντι του τέκνου, με γνώμονα αποκλειστικά και μόνο το συμφέρον αυτού. Τα παραπάνω επιτυγχάνονται με την από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας, την υποχρέωση ενημέρωσης εκ μέρους του γονέα που διαμένει με το τέκνο προς τον άλλο γονέα σχετικά με την επίδοση εγγράφων που το αφορούν, την καθιέρωση του θεσμού της διαμεσολάβησης, την προηγούμενη συναίνεση του γονέα που δεν διαμένει με το τέκνο για σημαντικά ζητήματα που το αφορούν και την υποχρέωση του γονέα που διαμένει με το τέκνο να ενισχύει τη σχέση του με τον άλλον γονέα και τους συγγενείς αυτού, προκειμένου να αποφεύγεται το φαινόμενο της γονεϊκής αποξένωσης. Περαιτέρω, εισάγεται το άυλο συναινετικό διαζύγιο, με το οποίο απλοποιείται η διαδικασία έκδοσης διαζυγίου και αποφεύγεται η ταλαιπωρία των συζύγων. 

Επίσης, καθιερώνεται ελάχιστο τεκμήριο χρόνου επικοινωνίας του τέκνου με τον γονέα με τον οποίο δεν διαμένει. Η καθιέρωση του ανωτέρω τεκμηρίου δημιουργεί μια υπαρκτή βάση διαλόγου μεταξύ των γονέων, ώστε να αποφεύγονται οι εντάσεις και οι διαφωνίες μεταξύ τους, ως προς το δικαίωμα επικοινωνίας του τέκνου με τον γονέα με τον οποίο δεν διαμένει, οι οποίες αποβαίνουν εν τέλει σε βάρος του τέκνου. Επιπλέον, θεσπίζονται ενδεικτικά κριτήρια κακής άσκησης γονικής μέριμνας, ώστε το δικαστήριο να δύναται ευχερώς να προβεί στην αφαίρεση της γονικής μέριμνας από τον υπαίτιο γονέα.

Διεθνές Οικογενειακό Δίκαιο: Η διεθνής δικαιοδοσία και το εφαρμοστέο δίκαιο σε θέματα γονικής μέριμνας τέκνων διεθνών ζευγαριών

Αρμόδιο να αποφανθεί σχετικά με ζητήματα γονικής μέριμνας του παιδιού είναι το δικαστήριο του κράτους μέλους όπου το παιδί έχει τη συνήθη διαμονή του, του κράτους που αποτελεί, δηλαδή, το κέντρο των βιοτικών συμφερόντων του παιδιού, στο κοινωνικό περιβάλλον του οποίου αυτό είναι ενσωματωμένο, ανεξάρτητα με το αν αυτό ταυτίζεται π.χ. με το κράτος της ιθαγένειάς του ή της ιθαγένειας ενός από τους γονείς του. Το κριτήριο αυτό είναι μάλιστα ανεξάρτητο από το στοιχείο του χρόνου της διαμονής στο οικείο κράτος, εφόσον, όμως, δεν συνάγεται ότι πρόκειται για μία προσωρινή και συμπτωματική ουσιαστικά διαμονή. Το στοιχείο της διάρκειας, λοιπόν, απλώς συνεκτιμάται.

Παράδειγμα: δύο Κύπριοι γονείς ζουν με το τέκνο τους στην Κύπρο. Όταν αυτό φτάνει την ηλικία των 11 ετών αποφασίζουν να μεταναστεύσουν για οικονομικούς λόγους στην Ολλανδία, όπου διαμένουν για τρία χρόνια, το παιδί μαθαίνει την ολλανδική γλώσσα, φοιτά κανονικά στο σχολείο και εντάσσεται στην Ολλανδική κοινωνία με τρόπο που το συμφέρον του συνυφαίνεται πλέον με αυτόν τον τόπο. Σε περίπτωση τυχόν διαφωνίας των γονέων για ζητήματα που άπτονται της γονικής μέριμνας, αρμόδια να αποφασίσουν είναι τα Ολλανδικά δικαστήρια, παρά το γεγονός ότι τόσο το παιδί όσο και οι γονείς έχουν την Κυπριακή ιθαγένεια και ότι ζούσαν επί τόσα χρόνια στην Κύπρο.

Εξαίρεση από τον κανόνα αυτόν αποτελεί η περίπτωση που το παιδί απάγεται, μετακινείται σε άλλο κράτος μέλος από τον έναν γονέα του χωρίς τη συγκατάθεση του άλλου. Στην περίπτωση διεθνούς απαγωγής παιδιών, αρμόδια για την εκδίκαση υποθέσεων γονικής μέριμνας παραμένουν καταρχήν τα δικαστήρια του κράτους που αποτελούσε τον τόπο συνήθους διαμονής του παιδιού πριν την απαγωγή.

Το ανήλικο τέκνο ως αμέτοχος «θεατής» της ενδοοικογενειακής βίας – Η εκ νόμου αναγωγή της άσκησης βίας ενώπιον του τέκνου σε μορφή κακοποίησής του.

Τα παραπάνω ερωτήματα είναι εύλογα, ιδίως αν αναλογιστούμε τον εντελώς εσφαλμένο τρόπο, με τον οποίο μεταχειρίζεται πολλές φορές η νομολογία των δικαστηρίων μας σχετικά περιστατικά. Για παράδειγμα, στην αρκετά πρόσφατη απόφαση 298/2021 του Εφετείου Πειραιώς (ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), αποδείχθηκε ότι, κατά την παράδοση των ανήλικων τέκνων από τη μητέρα τους στον πατέρα κατά την καθορισμένη ημέρα επικοινωνίας τους μαζί του, ο τελευταίος έσπρωξε τη μητέρα τους και τη χτύπησε στο επάνω μέρος του κεφαλιού της ενώπιόν τους, για να τα πάρει από εκείνη, λόγω της έντονης άρνησής τους να τον ακολουθήσουν (μάλιστα, όπως αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση, το ένα παιδί του είχε δηλώσει ρητώς «μπαμπά, δεν θέλω να έρθω βόλτα μαζί σου»). Παρά ταύτα, το Δικαστήριο όλως αντιφατικά, αφού προηγουμένως είχε δεχθεί μάλιστα ότι στη σκηνή αυτή τα παιδιά αναστατώθηκαν, φώναζαν και έκλαιγαν, στη συνέχεια έκρινε ότι «εξ όλων των προαναφερόμενων αποδεικτικών μέσων δεν αποδείχθηκε κακοποιητική συμπεριφορά του πατέρα σε βάρος της …., ούτε απότομη στάση έναντι αυτής και της ………., το δε επεισόδιο της 7.9.2017 αφορούσε τους εν διαστάσει συζύγους και δεν αποδεικνύεται ότι άφησε κάποιο ψυχολογικό τραύμα στις πολύ μικρής ηλικίας ανήλικες κόρες των διαδίκων».

Η κρίση αυτή είναι προδήλως λανθασμένη, δεδομένου ότι ο νομοθέτης αυθεντικά έχει αποφανθεί ότι η άσκηση βίας ενώπιον του τέκνου ισοδυναμεί με την άσκηση βίας σε βάρος του. Και αυτό, διότι λαμβάνοντας υπόψη τις αρνητικές συνέπειες που έχει για τον ψυχικό κόσμο του ανηλίκου, με το α. 6 παρ. 3 του ν. 3500/2006 για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας, αποδοκιμάζει και τις περιπτώσεις που ο ανήλικος είναι αμέτοχος θεατής της βίας, προβλέποντας ως κύρωση για τις περιπτώσεις αυτές φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.

Άλλωστε, τούτο καθίσταται εναργές και σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του εν λόγω νόμου, κατά την οποία: «[…] Σημαντική -και εν πολλοίς πρωτοποριακή- στο παρόν Σχέδιο Νόμου είναι η αντιμετώπιση των ανηλίκων ως θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας, ακόμα και όταν οι σχετικές πράξεις δεν στρέφονται άμεσα εναντίον τους, αλλά απλώς τελούνται ενώπιόν τους (άρθρο 1 παράγραφοι 2 στοιχείο γ’ και 3). Εν προκειμένω, ελήφθησαν υπ’ όψη επιστημονικά δεδομένα, σύμφωνα µε τα οποία οι πράξεις ενδοοικογενειακής βίας επιδρούν αρνητικά στην ψυχοκοινωνική εξέλιξη των ανηλίκων, µε κίνδυνο το φαινόμενο να διαιωνίζεται. Για τον λόγο αυτό θεωρείται διακεκριμένη παραλλαγή του εγκλήματος της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης όταν διαπράττονται οι σχετικές πράξεις ενώπιον ανήλικου µέλους της οικογένειας (άρθρο 6 παρ. 3).[…]».

Είναι αδιαμφισβήτητο πλέον ότι τα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας συμβαίνουν σε δραματική συχνότητα και ένταση γύρω μας. Μάλιστα, με την υπ’ αριθ. 12/2021 Εγκύκλιο του κ. Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Πλιώτα Βασιλείου, απευθύνθηκαν από τον τελευταίο οδηγίες και κατευθυντήριες γραμμές προς τις εισαγγελικές αρχές της χώρας μας για την αντιμετώπιση των εν λόγω περιστατικών ήδη από το πρώιμο στάδιο της εμφάνισής τους, δίνοντας έμφαση στην προληπτική δράση των αρμόδιων αρχών. Η εν λόγω έκκληση αποδεικνύει περίτρανα την ανάγκη μη υποτίμησης των σχετικών καταγγελιών, δεδομένου ότι, όπως δυστυχώς επιβεβαιώνει και η πραγματικότητα, η οποιαδήποτε ολιγωρία μπορεί να στοιχήσει ακόμη και ανθρώπινες ζωές.

Η εν λόγω επαγρύπνηση απαιτείται ακόμα περισσότερο και από την μεριά των δικαστικών αρχών, οι οποίες θα πρέπει να διατάσσουν ρεαλιστικά και αποτελεσματικά μέτρα για την προστασία των θυμάτων κακοποίησης. Πράγματι, λύσεις οι οποίες αφήνουν εκτεθειμένα τα θύματα μέσω της «κερκόπορτας» της επικοινωνίας του γονέα – θύτη με το τέκνο δεν συνάδουν με την πραγματικότητα, ενώ, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι εξυπηρετούν το βέλτιστο συμφέρον και του ανηλίκου, το οποίο προφανώς δεν μπορεί να εξετάζεται σε πλήρη ανεξαρτησία με το τι συμβαίνει ανάμεσα στους γονείς.

Η έννοια της αναγκαστικής κληρονομίας (νόμιμη μοίρα)

 Οι Κυπριακοί Νόμοι δεν επιτρέπουν στους διαθέτες να διαθέσουν ελεύθερα τα περιουσιακά στοιχεία κατά βούληση. Ένα σημαντικό μέρος προορίζεται για στενούς συγγενείς και το μέρος αυτό ονομάζεται «νόμιμη μοίρα». Το μέρος αυτό καθορίζεται σύμφωνα με την εγγύτητα των συγγενών. 

Για παράδειγμα, αν ένα άτομο πεθάνει αφήνοντας ένα παιδί ή έναν απόγονο ενός παιδιού, το νόμιμο μερίδιο ανέρχεται στα τρία τέταρτα της καθαρής αξίας της περιουσίας. Κατά συνέπεια, μόνο ένα τέταρτο έχει αφεθεί στον διαθέτη να διαθέσει όπως επιθυμεί κατά βούληση.